Λιγότερη πρωτεΐνη, περισσότερα χρόνια ζωής; Τι δείχνει νέα επιστημονική ανασκόπηση
Λιγότερη πρωτεΐνη δεν σημαίνει απαραίτητα χειρότερη υγεία, σύμφωνα με ευρήματα από ζώα και πρώιμες ανθρώπινες μελέτες.
Η ιδέα ότι η περισσότερη πρωτεΐνη είναι πάντα καλύτερη για την υγεία, ιδιαίτερα όσο μεγαλώνουμε, αμφισβητείται από μια νέα επιστημονική ανασκόπηση. Οι ερευνητές εξετάζουν δεκάδες μελέτες και υποστηρίζουν ότι η περιορισμένη πρόσληψη πρωτεΐνης, χωρίς όμως να οδηγεί σε υποσιτισμό, φαίνεται να ενεργοποιεί μηχανισμούς που συνδέονται με καλύτερη μεταβολική υγεία, πιο αργή γήρανση και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Η πρωτεΐνη δεν είναι το μόνο ζητούμενο
Η ανασκόπηση εξετάζει όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τον περιορισμό της πρωτεΐνης και συγκεκριμένων αμινοξέων, δηλαδή των μικρότερων συστατικών από τα οποία αποτελείται η πρωτεΐνη. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ίσως δεν έχει σημασία μόνο πόση πρωτεΐνη καταναλώνουμε, αλλά και ποια αμινοξέα περιέχει η διατροφή μας.
Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που φαίνεται να εμπλέκεται είναι μια ορμόνη που ονομάζεται FGF21. Η ορμόνη αυτή αυξάνεται όταν ο οργανισμός αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει περιορισμένη διαθεσιμότητα θρεπτικών συστατικών. Σύμφωνα με την ανασκόπηση, η FGF21 μπορεί να ενισχύσει την κατανάλωση ενέργειας, να επηρεάσει τον μεταβολισμό του λίπους και να βελτιώσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Σε πειραματόζωα φαίνεται επίσης να είναι απαραίτητη για ένα σημαντικό μέρος των οφελών που συνδέονται με τον περιορισμό της πρωτεΐνης.
Οι ερευνητές αναδεικνύουν παράλληλα τον ρόλο δύο κυτταρικών συστημάτων που λειτουργούν σαν «αισθητήρες» των διαθέσιμων θρεπτικών συστατικών. Το ένα, το GCN2, ενεργοποιείται όταν υπάρχει έλλειψη αμινοξέων και βοηθά τα κύτταρα να προσαρμοστούν. Το άλλο, το mTORC1, είναι ιδιαίτερα ενεργό όταν υπάρχει αφθονία θρεπτικών συστατικών. Η μείωση της δραστηριότητάς του φαίνεται να συνδέεται με πιο αργή γήρανση σε πολλά είδη.
Η μειωμένη δραστηριότητα του mTORC1 μπορεί επίσης να ενισχύσει την αυτοφαγία, έναν μηχανισμό μέσω του οποίου τα κύτταρα απομακρύνουν κατεστραμμένα ή άχρηστα συστατικά. Με απλά λόγια, πρόκειται για ένα είδος εσωτερικού «καθαρισμού» των κυττάρων. Η διαδικασία αυτή θεωρείται σημαντική για τη διατήρηση της κυτταρικής λειτουργίας όσο περνούν τα χρόνια.
Ένα ακόμη εύρημα αφορά τα λεγόμενα γερασμένα κύτταρα. Πρόκειται για κύτταρα που έχουν σταματήσει να διαιρούνται, αλλά δεν απομακρύνονται από τον οργανισμό και μπορούν να απελευθερώνουν ουσίες που ενισχύουν τη φλεγμονή. Σε πειράματα, οι δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη έχουν συνδεθεί με περισσότερα τέτοια κύτταρα σε ορισμένους ιστούς, ενώ ο περιορισμός της πρωτεΐνης φαίνεται να μειώνει την παρουσία τους.
Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης τι συμβαίνει στα μιτοχόνδρια, τις δομές των κυττάρων που παράγουν την ενέργεια που χρειάζεται ο οργανισμός. Με την ηλικία τα μιτοχόνδρια γίνονται λιγότερο αποτελεσματικά και μπορεί να αυξάνονται οι βλάβες από τις λεγόμενες ελεύθερες ρίζες. Ορισμένα πειράματα δείχνουν ότι ο περιορισμός της πρωτεΐνης μπορεί να βελτιώνει τη λειτουργία των μιτοχονδρίων. Ωστόσο, εδώ τα αποτελέσματα δεν είναι σταθερά σε όλες τις μελέτες, γεγονός που δείχνει ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα.
Τα αμινοξέα που φαίνεται να επηρεάζουν τη γήρανση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένα αμινοξέα. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα οφέλη του περιορισμού της πρωτεΐνης μπορεί να οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη μείωση συγκεκριμένων αμινοξέων και όχι απαραίτητα στη μείωση της πρωτεΐνης συνολικά. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει η μεθειονίνη, καθώς ο περιορισμός της έχει παρατείνει τη ζωή σε αρκετά είδη ζώων και έχει συνδεθεί με καλύτερο μεταβολισμό, καλύτερη λειτουργία των μιτοχονδρίων και μικρότερη ευπάθεια στην ηλικία. Παρόμοιο ενδιαφέρον υπάρχει για τα διακλαδισμένης αλυσίδας αμινοξέα, γνωστά ως BCAA, στα οποία ανήκουν η λευκίνη, η ισολευκίνη και η βαλίνη.
Από τα τρία, η ισολευκίνη φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σημαντική. Σε ποντίκια, η μείωσή της στη διατροφή έχει συνδεθεί με μικρότερο βάρος και καλύτερη μεταβολική υγεία, χαμηλότερη ευπάθεια και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Σε ορισμένα πειράματα φαίνεται επίσης να επηρεάζει μηχανισμούς που σχετίζονται με τη γήρανση των κυττάρων και τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή ώστε να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όλα τα αμινοξέα πρέπει να μειωθούν. Οι ερευνητές τονίζουν ότι ορισμένα μη απαραίτητα αμινοξέα μπορεί να έχουν αντίθετες επιδράσεις. Για παράδειγμα, πειράματα δείχνουν ότι η γλυκίνη, η προλίνη και η σερίνη ενδέχεται σε ορισμένες συνθήκες να έχουν οφέλη για την υγεία και τη μακροζωία όταν αυξάνονται. Αυτό σημαίνει ότι η σχέση διατροφής και γήρανσης είναι πιθανότατα πολύ πιο σύνθετη από ένα απλό «λιγότερη πρωτεΐνη = καλύτερη υγεία».
Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους ανθρώπους. Σήμερα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συχνά ενθαρρύνονται να αυξήσουν την πρόσληψη πρωτεΐνης, κυρίως για να περιορίσουν την απώλεια μυϊκής μάζας και την ευπάθεια. Υπάρχουν πράγματι μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την προσέγγιση. Άλλες όμως δείχνουν ότι η υψηλή πρόσληψη πρωτεΐνης δεν έχει πάντα τα αναμενόμενα οφέλη και μπορεί να συνδέεται με ορισμένους δυσμενείς δείκτες υγείας.
Πού καταλήγουν οι ερευνητές
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η άσκηση μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το σημείο. Σε ορισμένα πειράματα, ο περιορισμός της πρωτεΐνης μείωσε την άλιπη μάζα, αλλά η άσκηση μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να περιορίσει αυτή την απώλεια. Έτσι, στο μέλλον ίσως δεν αναζητηθεί απλώς η «σωστή» ποσότητα πρωτεΐνης, αλλά ένας καλύτερος συνδυασμός διατροφής και σωματικής δραστηριότητας.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η διατροφή φαίνεται να επηρεάζει τη γήρανση όχι μόνο μέσω των θερμίδων, αλλά και μέσω της ποιότητας και της σύνθεσης της πρωτεΐνης. Ο περιορισμός της πρωτεΐνης και συγκεκριμένων αμινοξέων ενεργοποιεί ένα σύνολο μηχανισμών που μπορεί να προστατεύουν τον οργανισμό από ορισμένες επιπτώσεις της γήρανσης.
Το επόμενο βήμα είναι να κατανοήσουν οι επιστήμονες ποια αμινοξέα είναι πραγματικά ευεργετικό να μειωθούν, ποια ενδεχομένως πρέπει να αυξηθούν και σε ποιες ποσότητες. Μέχρι να υπάρξουν περισσότερα δεδομένα από μακροχρόνιες μελέτες σε ανθρώπους, πάντως, τα ευρήματα αποτελούν κυρίως έναν οδηγό για την έρευνα και όχι μια νέα διατροφική οδηγία.